phthisis

Μετάφραση

φθίση

 

Ορισμός

1. λέπτυνση του σώματος (απίσχανση)
2. φυματίωση

 

Ετυμολογία (Αγγλική)

phthisis⇐φθίω(αρχ ελλ)(= λιγοστεύω)

 

Ετυμολογία (Ελληνική)

φθίση⇐φθίω(αρχ ελλ)(= λιγοστεύω)
βδέλλα⇐βδάλλω (= βυζαίνω, αρμέγω)

 

Ιστορία της λέξης

Βιβλιογραφία